11
απλά
συστήµατα
ελέγχου
έως
πολύπλοκες
πλατϕόρµες
υψηλής
απόδοσης.
Οι
πλακέτες µε µικροελεγκτές (microcontroller boards) αποτελούν τη συνηθέστερη και
πιο απλή µορϕή ενσωµατωµένων συστηµάτων,
προσϕέροντας βασική ελεγκτική
λειτουργικότητα
σε
ευρύ
ϕάσµα
συσκευών,
από
οικιακά
ηλεκτρονικά
µέχρι
βιοµηχανικό εξοπλισµό [48].
Τα συστήµατα στο ίδιο τσιπ (System on a Chip, SoC) συνιστούν µια από τις πλέον
προηγµένες κατηγορίες ενσωµατωµένων συστηµάτων, καθώς ενσωµατώνουν σε ένα
ενιαίο ολοκληρωµένο κύκλωµα πολλαπλές λειτουργικές µονάδες και υποσυστήµατα.
Τυπικά,
ένα
SoC
περιλαµβάνει
έναν
ή
περισσότερους
επεξεργαστές
(Central
Processing
Unit,
CP U),
µονάδες
επεξεργασίας
γραϕικών
(Graphics
Processing
Unit,
GP U),
επεξεργαστές
ψηϕιακού
σήµατος
(Digital
Signal
Processor,
DSP),
ελεγκτές
µνήµης,
δικτυακές
διεπαϕές,
καθώς
και
διάϕορα
άλλα
υποσυστήµατα
εισόδου-εξόδου
και
εξειδικευµένες
επιταχυντικές
µονάδες.
Ο
συνδυασµός
όλων
αυτών των στοιχείων σε ένα και µόνο τσιπ προσϕέρει υψηλή υπολογιστική απόδοση,
ενεργειακή
αποδοτικότητα
και
χαµηλό
κόστος
παραγωγής.
Λόγω
αυτών
των
χαρακτηριστικών, τα SoC κυριαρχούν σε συσκευές µε αυξηµένες λειτουργικές και
υπολογιστικές απαιτήσεις, όπως τα smartphones και οι έξυπνες τηλεοράσεις [49].
Οι
DSP
αποτελούν
εξειδικευµένες
κατηγορίες
ενσωµατωµένων
συστηµάτων,
οι
οποίες
έχουν
βελτιστοποιηθεί
αρχιτεκτονικά
για
την
αποδοτική
και
ταχεία
επεξεργασία τόσο αναλογικών όσο και ψηϕιακών σηµάτων σε πραγµατικό χρόνο. Οι
DSP διαθέτουν εξειδικευµένες εντολές και υποµονάδες για την εκτέλεση πολύπλοκων
µαθηµατικών
πράξεων
—
όπως
η
γρήγορη
πολλαπλασιαστική
συσσώρευση,
οι
µετασχηµατισµοί Φουριερ και τα ϕίλτρα Finite Impulse Response (FIR) / Infinite
Impulse
Response
(IIR)
—
επιτυγχάνοντας
έτσι
υψηλή
απόδοση
σε
εϕαρµογές
επεξεργασίας σήµατος.
Χάρη σε αυτές τις δυνατότητες, οι DSP χρησιµοποιούνται
εκτεταµένα
σε
συστήµατα
ήχου,
ραδιοϕωνικούς
δέκτες,
συσκευές
επεξεργασίας
εικόνας
και
βίντεο,
καθώς
και
σε
εϕαρµογές
τηλεπικοινωνιών,
όπου
απαιτείται
υψηλή ακρίβεια και ταχύτητα στην επεξεργασία των σηµάτων [50].
Οι
συστοιχίες
επιτόπια
προγραµµατιζόµενων
πυλών
(Field
Programmable
Gate
Arrays,
FPGA)
αποτελούν
εξελιγµένες
επεξεργαστικές
µονάδες
ενσωµατωµένων
συστηµάτων,
οι
οποίες
διακρίνονται
για
την
ευελιξία
τους
και
τη
δυνατότητα
υλοποίησης προσαρµοσµένων λογικών λειτουργιών και αρχιτεκτονικών απευθείας
στο υλικό. Τα FPGA επιτρέπουν στον σχεδιαστή να επαναπρογραµµατίσει τη δοµή
τους µετά την κατασκευή, διευκολύνοντας την ανάπτυξη εϕαρµογών που απαιτούν
υψηλή απόδοση,
χαµηλό λανθάνοντα χρόνο και δυνατότητα παραµετροποίησης